Αρχείο για Νοέμβριος, 2011

Η συμμετοχή του ΛΑ.Ο.Σ. με τέσσερα διαφορετικά πρόσωπα στην Κυβέρνηση Εθνικής Σωτηρίας του Λουκά Παπαδήμου, δημιούργησε σωρεία ερωτηματικών αλλά και συζητήσεων, ως προς το αν αυτή η απόφαση ήταν σωστή. Και μπορεί κάποιοι να την απέδωσαν στην όποια ματαιοδοξία του προέδρου του ΛΑ.Ο.Σ. και στην εμμονή του να είναι «παίκτης» εντός συστήματος, όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Πριν λοιπόν κάποιος γυρίσει να πει, ότι ο Γιώργος Καρατζαφέρης διέγραψε το κεντρικό του σύνθημα, το οποίο εδώ και δέκα χρόνια ήταν η «Ρήξη και Ανατροπή», καλό θα ήταν σταθούμε δίπλα του για να μπορέσουμε να δούμε τι είχε απέναντί του. Κι αυτό δεν ήταν άλλο από μία τεράστια πρόκληση, όχι απαραιτήτως ευχάριστη, αλλά ικανή να σύρει τον καθένα σ’ ένα έργο τρόμου, όπου τα ποσοστά ανεβοκατεβαίνουν σαν ασανσέρ, ενώ τα εσωτερικά προβλήματα ξεφυτρώνουν εις διπλούν σαν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας.

Σωστά μαντεύουν κάποιοι, ότι την ίδια πρόκληση αντιμετώπισε και ο Αντώνης Σαμαράς, μόνο που γι’ αυτόν είναι σίγουρα δυσάρεστη από την πρώτη κιόλας μέρα που συμμετείχε στην κυβέρνηση, έχοντας καταφέρει μέσα σε μία εβδομάδα να διαγράψει δύο βουλευτές από την κοινοβουλευτική του ομάδα, έναν από το κόμμα και τέσσερις από τα ψηφοδέλτια των επομένων εκλογών. Αντιθέτως, ο Γιώργος Καρατζαφέρης κατάφερε να δαμάσει ή και να αποφύγει εντελώς τις όποιες αντιδράσεις, ενώ και τα ποσοστά του παραμένουν στην χειρότερη περίπτωση στο ίδιο επίπεδο με εκείνα του 2009, που τον έστειλαν στην βουλή ενισχυμένο με 15 βουλευτές.

Κι αν η πρόκληση για τον Αντώνη Σαμαρά ήταν να μεγαλώσει με την συναινετική του «κωλοτούμπα» την ψαλίδα από το καταβαραθρωμένο ΠΑ.ΣΟ.Κ., κυνηγώντας την αυτοδυναμία – εδώ γελάνε, για τον Γιώργο Καρατζαφέρη η πρόκληση ήταν τετραπλή. Να στηρίξει μια πολυκομματική προσπάθεια για την σωτηρία της χώρας μας, να περικυκλώσει την λαϊκή βάση της Νέας Δημοκρατίας, να δείξει ότι μπορεί να κυβερνά και να βγάλει οριστικώς και αμετακλήτως και το δεύτερό του πόδι από το περιθώριο στο οποίο πατούσε.

Την ώρα λοιπόν που η Νέα Δημοκρατία βασανίζεται από τους αλληλοσπαραγμούς Σαμαρικών, Καραμανλικών και Ντοράκιδων, γεννώντας την αγωνία στους ψηφοφόρους της και χωρίς να παίζει ηθελημένα ουσιαστικό ρόλο στην κυβέρνηση Παπαδήμου, το ΛΑ.Ο.Σ. διατηρεί την συνοχή του, έτοιμο για σύγκρουση μέσα από νευραλγικά πόστα. Την ώρα που ο κυβερνητικός ρόλος των γαλάζιων υπουργών θα εξαντλείται σε εθιμοτυπικές επισκέψεις σε στρατόπεδα, σε τσούγκρισμα αυγών με φαντάρους – ναι, θα τα τσουγκρίσει και τα αυγά – και σε διεθνείς αποστολές για το θεαθήναι, οι υπουργοί του Καρατζαφέρη θα διαπραγματεύονται με τους Σταμουλοκολλάδες, τους Θύμιους και το βαθύ ΠΑ.ΣΟ.Κ., που προσπαθεί να αναγεννηθεί από τις στάχτες του.

Συγχρόνως, δεν είναι οι εθνικοπατριωτικές κορώνες του Φαήλου ή του Καμμένου που προκαλούν τα ρήγη στην αριστερά, αλλά η υπουργοποίηση των μεγάλων της πολεμίων. Ο κ. Τσίπρας και η κ. Αλέκα δεν ενοχλήθηκαν από την υπουργοποίηση του κ. Αβραμόπουλου ούτε απ’ αυτήν του κ. Δήμα. Έκλαψαν όμως με μαύρο δάκρυ εντός κι εκτός κοινοβουλίου, γραπτώς και προφορικώς που η 17η Νοεμβρίου βρήκε τον Βορίδη στην εξουσία.

Μπορεί αυτή η κυβέρνηση να είναι προϊόν συναινέσεως, έγινε όμως για να συγκρουσθεί και όχι για να χαϊδέψει αυτιά. Και σ’ αυτήν την σύγκρουση ο Καρατζαφέρης έβαλε πλάτη, ενώ ο Σαμαράς κάνει εξ’ αρχής λευκή απεργία, αποδεικνύοντας πόσο αδύναμος είναι να πραγματοποιήσει το νέο ’21 που διακηρύσσει. Η Νέα Δημοκρατία με την στάση της κατάφερε μέσα σε μία εβδομάδα να δείξει ότι σ’ αυτήν την έρμη χώρα, μπορούν να συμβούν και χειρότερα από τον ΓΑΠ. Αντιθέτως, ο Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός τραβάει την ανηφόρα για να γίνει κόμμα εξουσίας και ήδη ως τέτοιο αντιμετωπίζεται απ’ όλους, πλην του ευπατρίδου κ. Σαμαρά φυσικά. Άλλωστε, το ΛΑ.Ο.Σ. είναι το μόνο κόμμα που όποτε το θελήσει μπορεί να ρίξει αυτήν την κυβέρνηση, πράγμα που το καθιστά απόλυτο ρυθμιστή των εξελίξεων.

Όχι, κ. Σαμαρά, δεν σας επιτρέπω να πάρετε και αυτήν την καρέκλα σπίτι σας...

Για να μπορέσει κανείς να εξηγήσει τα όσα διαμείβονται από την ημέρα που ο Γιώργος Παπανδρέου εξήγγειλε το δημοψήφισμα μέχρι και σήμερα που η χώρα εξακολουθεί να μένει ουσιαστικά ακυβέρνητη, πρέπει να αναζητήσει το διακύβευμα. Αυτό δεν είναι άλλο από την εξουσία, παρ’ ότι στην συγκεκριμένη χρονική στιγμή θα περίμενε κανείς περισσότερη ευσυνειδησία και λιγότερη εξουσιομανία, αφού η εξουσία καίει όποιον την κρατάει.

Κι όμως, η εξουσία, αν δεν σε κάψει μπορεί να σε καταπιεί. Αυτό έχει συμβεί και με τους δύο «μεγάλους» αρχηγούς της χώρας μας. Ο μεν ένας, άεργος και – εκ γεννετίς σχεδόν – κυβερνών, δυσκολεύεται να εγκαταλείψει την καρέκλα μίας χρεωκοπημένης κατά τα άλλα χώρας, καθώς δεν θα ‘χει τι να κάνει εκτός από κανό. Ο δε άλλος, εξίσου άεργος, στερημένος, ταπεινωμένος, καταφρονεμένος και προσφάτως δικαιωμένος, προσπαθεί να ολοκληρώσει το έργο της πανηγυρικής επανόδου του. Και οι δύο, αν δεν τα καταφέρουν είναι καταδικασμένοι να πάνε στα σπίτια τους και να ασχοληθούν με τα σπορ και με το μπριτζ.

Ο Γιώργος Παπανδρέου δεν ξέρει τι θα κάνει στην ζωή του, αν αποκοπεί από την εξουσία ή έστω και την διεκδίκησή της. Ξέρει πολύ καλά ότι αν προκηρυχθούν εκλογές, η επομένη δεν θα τον βρει καν ως πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και παίζει όλη του την κάβα, ακροβατώντας με περιττούς ελιγμούς πάνω σε ένα τεντωμένο σχοινί. Το ότι δεν έχει γκρεμιστεί το οφείλει κατ’ εμέ στην τύχη του.

Η τύχη του ΓΑΠ λέγεται Αντώνης Σαμαράς, ο οποίος έπαιζε για δύο χρόνια την παρτίδα της αριστεράς και των αντιμνημονιακών και ξαφνικά διαπιστώνει ότι την ώρα που η κυβέρνηση κατέρρεε ο Γιωργάκης δέθηκε με χειροπαίδες στον καρπό του και τον τραβάει κάτω. Αν δεν γίνουν εκλογές σύντομα θα σκάσει μαζί με τον Γιωργάκη, για να μην πούμε ότι ο τελευταίος κρατάει κι ένα τσεκούρι και μόλις πάει στον πάτο θα του κόψει το χέρι και θα ξανανέβει νικητής στην επιφάνεια.

Όποιος παρακολούθησε εχθές τις ομιλίες των δύο εθνοσωτήρων μας, το διάγγελμα του Γιώρκο και τις δηλώσεις του Αντώνη, θα διέκρινε δύο βασικά πράγματα. Ο μεν Γιώργο μίλησε για τα πάντα εκτός από εκλογές και ο Αντώνης Σαμαράς δεν μίλησε για τίποτε άλλο εκτός από εκλογές.

Έχω την αίσθηση ότι ο Αντώνης Σαμαράς είναι σε δεινή θέση και γι’ αυτό φταίει ο ίδιος. Αφενός, διότι δεν αξιοποίησε αποτελεσματικά την τεράστια προς στιγμήν εσωκομματική κρίση του ΠΑΣΟΚ για να αποτρέψει την ψήφο εμπιστοσύνης. Προτίμησε να εξυπηρετήσει το προσωπικό του προφίλ ως «συγκαταβατικός πατριώτης» αναποδογυρίζοντας όλο το αντιμνημονιακό «όραμα» που αυτός και η ομάδα του έπλασαν μέσα στο κόμμα του. Μ’ αυτόν τον τρόπο βρέθηκε και στο στόχαστρο πληθώρας νεοδημοκρατών αλλά και συνέβαλε στην ξαφνική συσπείρωση των πασόκων, οι οποίοι έκθαμβοι διεπίστωναν ότι το ατόπημα του Γιώργκο ήταν τελικά μπλόφα. Το αν ήταν ή όχι ίσως να μην το μάθουμε ποτέ. Κυρίως όμως, δεν προσέφερε τίποτε στην πατρίδα!

Αφετέρου, με την αναβλητικότητά του τις τελευταίες ημέρες και τις περίεργες διαβουλεύσεις, στις οποίες συμμετείχε, με αποκορύφωμα το χθεσινοβραδινό φιάσκο, κατάφερε η ανωτέρω γκάφα του πρωθυπουργού να έχει ήδη ξεχαστεί, απιδεικνύοντας τελικά ότι δεν δείχνει να έχει τίποτε καλύτερο να προσφέρει ως εναλλακτική ή έστω ως μυαλό, ώστε ο ίδιος ο ελληνικός λαός να πιέσει προς το μοναδικό γι’ αυτόν ζητούμενο, τις εκλογές.

Στην σημερινή συνάντηση ο Αντώνης Σαμαράς ελπίζει να προκύψει ο Πετσάλνικος ως πρωθυπουργός. Κι αυτό, γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο η «κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας» θα χρωματιστεί με έντονο πράσινο και θα μπορεί πολύ πιο εύκολα να βρίσκει άλλοθι για να βγάζει την ουρά του απ’ έξω. Οι όποιες μομφές του για τον Παπαδήμο, φυσικά και δεν έχουν καμμία σχέση με δήθεν επιφυλάξεις για το γεγονός ότι είναι τραπεζίτης. Κι αυτό, διότι αν πραγματικά ήθελε να επαναδιαπραγματευτεί τις αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου, αυτό θα ήταν πολύ πιο εύκολο με το παιδί της Φρανκφούρτης και τον Βρυξελλών, παρά με τον γέννημα – θρέμμα παπανδρεϊκό από το Μαυροχώρι.

Του εύχομαι ολόψυχα να τα καταφέρει στην προσπάθειά του να γίνει πρωθυπουργός αυτοδύναμης κυβέρνησης κι αυτό όχι γιατί τον προτιμώ, αλλά γιατί μέχρι να πεθάνω θέλω να έχω μάθει αν υπάρχουν θαύματα.

Υ.Γ.: Αυτό με τα θαύματα βέβαια ίσως το αποδείξει πρώτος ο Γιωργάκης, παραμένοντας υπουργός μιας ακυβέρνητης χώρας για πέμπτη ημέρα και αφού πρώτα εθεωρείτο πολιτικά νεκρός.

Συμπαθής μυθιστορηματική φιγούρα ο Δον Κιχώτης, όμως ο Σάντσο Πάντσα ήταν στα συγκαλά του...

Η ρήση «θέλει και την πίττα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο» ταιριάζει γάντι στον Γιώργο Παπανδρέου. Ήθελε και τα λεφτά με τους όρους του ΔΝΤ και τον κομματικό του στρατό χορτάτο. Ταιριάζει και σε όλους τους προκατόχους του, που ακόμη κι αν δεν ήταν διεφθαρμένοι – λέω τώρα – δεν τόλμησαν ούτε στιγμή να στερήσουν από τα οπλοστάσια των επιτελείων τους το ρουσφέτι και το βόλεμα. Ταιριάζει όμως και στον Αντώνη Σαμαρά.

Ο Αντώνης Σαμαράς αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά του ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας αποφάσισε να επαναφέρει το κόμμα στις ιδεολογικές του καταβολές. Κάπως μας μπέρδεψε τότε, μιλώντας για «κοινωνικό φιλελευθερισμό», αλλά η ουσία ήταν ότι ήθελα να ανακτήσει το δικαίωμα του να μπορεί η Νέα Δημοκρατία να αυτοπροσδιορίζεται ως δεξιά. Έτσι νομίζαμε τουλάχιστον. Αυτό εις ό,τι αφορά τον σκύλο. Τον δεξιό ταπεινωμένο και καταφρονημένο σκύλο της δεξιάς. Ήθελε όμως και την πίττα. Την πίττα της εξουσίας, την μικρής πυκνότητος, σχεδόν ρευστή πίττα του κέντρου. Κήρυξε λοιπόν τον πόλεμο στο ΛΑ.Ο.Σ. αρνούμενος κάθε συζήτηση – δεν ταίριαζε στο αριστοκρατικό προφίλ του η αισθητική του Γιώργου Καρατζαφέρη, κατάφερε ως έναν βαθμό να αλιεύσει κάποια συμπάθεια (για ψήφους δεν αρκεί το δείγμα των περιφερειακών εκλογών) από την εκ δεξιών του δεξαμενή και εν συνεχεία ανέβασε τους τόνους απέναντι στο ΠΑ.ΣΟ.Κ.

Έλα όμως που το ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπογράφοντας το μνημόνιο εκαλείτο (άλλο τι έκανε) να ασκήσει μία καθ’ όλα δεξιά πολιτική, που προέβλεπε τις περικοπές των δημοσίων δαπανών, περιορισμό των προνομίων των δημοσίων υπαλλήλων, μετατάξεις, απολύσεις και ιδιωτικοποιήσεις. Ο Αντώνης Σαμαράς βρέθηκε προ αδιεξόδου. Αποφάσισε λοιπόν να διεκδικήσει την πίττα και να συνταχθεί στο αντιμνημονιακό μέτωπο της αριστεράς, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι η αριστερά ποσώς εκόπτετο για την όποια εκχώρηση εθνικής κυριαρχίας, όπως ο ίδιος διετείνετο για την Ν.Δ. και ενδιαφερόταν εν τέλει μόνον για την διατήρηση των προνομίων των δημοσίων υπαλλήλων και ούτε καν για το συμφέρον των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέως, ο οποίος συρρικνούτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα, στέλνοντας τους τελευταίους στο σπίτι τους.

Η πολιτική αυτή, πέραν του ότι ήταν στυγνά αντιπολιτευτική χωρίς ίχνος δεξιού ή και πατριωτικού στίγματος, αφού πρακτικά υπερασπιζόταν την διατήρηση του μεταπολιτευτικού εξαμβλώματος που κατέστρεψε την χώρα, περιόρισε το τάισμα του σκύλου μόνον με πατριωτικές κορώνες και όνειρα θερινής νυκτός, προβάλλοντας μία εικόνα πολιτικού Δον Κιχώτη, συνοδευομένου από έναν κοκαλιάρη σκύλο. Τον ρόλο της φωνής της λογικής και του παχουλού αλλά εχέφρονος Σάντσο Πάντσα έπαιξε χωρίς πολιτικό κόστος, ως φαίνεται, ο Γιώργος Καρατζαφέρης, ο οποίος αντιπαρερχόμενος την εμφανή περιφρόνηση του ευπατρίδη Σαμαρά προσπάθησε επανειλημμένως να συνεφέρει τον πρόεδρο της Ν.Δ. Αυτό μπορεί κανείς να το διακρίνει σε επιχειρηματίες και άλλους πιστούς δεξιούς σκύλους, οι οποίοι, αν και πιστοί στην γαλάζια παράταξη εκστασιάζονταν τα τελευταία χρόνια από τις τηλεοπτικές τοποθετήσεις κυρίως των Μάκη Βορίδη, Αδώνιδος Γεωργιάδη και Θάνου Πλεύρη στα της οικονομίας.

Ύστερα από δύο σχεδόν χρόνια, αν και η ΝΔ βρίσκεται στα ίδια ποσοστά που την άφησε ο Καραμανλής ο Αντώνης Σαμαράς πανηγυρίζει. Και σαν να μην φτάνει αυτό, μετά το «ρουά ματ» του ανεκδιήγητου ΓΑΠ και την ανεπανάληπτη κωλοτούμπα, ο Αντώνης Σαμαράς εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για την πίττα. Τα σκυλιά ουρλιάζουν απ’ την πείνα κι εκείνος νομίζει ότι με άλλη μια κορώνα του στυλ «δεν υπογράφω» θα γλιτώσει το δάγκωμα. Μη φοβάσαι Αντώνη! Τα σκυλιά δεν δαγκώνουν το αφεντικό ακόμη κι όταν λιμοκτονούν. Μπορεί όμως να φύγουν με τον Σάντσο Πάντσα, που τουλάχιστον μπορεί να τα ταΐσει κι ας μην έχει άλογο, κι ας καβαλάει γαϊδούρι…

Ρευστές οι ισορροπίες στην βουλή

Δεδομένου ότι στην αορίστου χρόνου μεταβατική κυβέρνηση που από στιγμή στιγμή θα αναλάβει θα βρίσκονται μόνον η ΝΔ με το ΠΑΣΟΚ, το μεταπολιτευτικό πολιτικό κατεστημένο βρίσκεται πλέον εκτεθειμένο σε όλο του το μεγαλείο μπροστά στα μάτια του δοκιμαζομένου ελληνικού λαού. Συγχρόνως όμως – ακούγεται παράδοξο – μπορεί να οδηγήσει την χώρα σε ένα διέξοδο, το οποίο προϋποθέτει την κατάρρευσή του.

Πολλοί θα πουν ότι έστω και με τις δυσχέρειες που παρουσιάζονται σ’ αυτό το εγχείρημα, πρόκειται για την πρώτη φορά που οι δύο ισχυροί παίκτες της ελληνικής πολιτικής σκηνής θα βρεθούν δίπλα-δίπλα να πολεμούν, διακρίνοντας σ’ αυτήν την συγκυρία μια νότα αισιοδοξίας. Να πολεμούν όχι με κάποιον αντίπαλο, αλλά με τον ίδιο τους τον εαυτό, αφού ο το αντικείμενο της μάχης που καλούνται να δώσουν είναι το προϊόν των δικών τους μειοδοτικών πολιτικών.

Όπως και να ‘χει, ο πολιτικός χάρτης αλλάζει. Στην αυριανή βουλή κυβέρνηση θα είναι ο δικομματισμός, αξιωματική αντιπολίτευση το ΚΚΕ, και ελάσσων αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ με την Δημοκρατική Συμμαχία, την Δημοκρατική Αριστερά και τον ΛΑ.Ο.Σ. Ωστόσο, μη αποδεχόμενος τα «τιμητικά πόστα» που του προσεφέρθησαν, ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ. Γιώργος Καρατζαφέρης αναλαμβάνει άλλον έναν άτυπο αλλά πιο πολύτιμο από ποτέ ρόλο: Είναι αυτός στον οποίον τάχτηκε τα τελευταία χρόνια, από το 2007 που το κόμμα του εισήλθε για πρώτη φορά στην βουλή. Είναι ο ρόλος της εθνικής αντιπολιτεύσεως.

Γιατί είναι δεδομένο ότι η αριστερά με μπροστάρη το ΚΚΕ θα συνεχίσει με ακόμη μεγαλύτερη μανία να επενδύει στο χάος και να αποδομεί την κοινωνία. Από κοντά ο ΣΥΡΙΖΑ θα διαγκωνισθεί με τον Περισσό για την είσπραξη της αντιμνημονιακής παρακαταθήκης, ενώ τα κόμματα του κ. Κουβέλη και της κας Μπακογιάννη θα μπορέσουν πια με μεγαλύτερη άνεση να δείξουν το πραγματικό νεοταξικό τους πρόσωπο.

Η ισχυρή κυβερνητική πλειοψηφία θα στερήσει από τα δύο μεγάλα κόμματα την συσπείρωση που επετύγχαναν με τους εσωκομματικούς εκβιασμούς και τις κομματικές πειθαρχίες και σε κοινοβουλευτικό επίπεδο οι ισορροπίες θα είναι εξαιρετικά ρευστές. Ρευστές σε τέτοιο βαθμό, που δεν αποκλείεται σε σύντομο χρονικό διάστημα να δούμε την αξιωματική αντιπολίτευση να αλλάζει χέρια.

Η αποστολή του ΛΑ.Ο.Σ. είναι πολύ δύσκολη, καθώς αφενός θα πρέπει να καταδείξει τις αδυναμίες της δικομματικής πανστρατιάς και συγχρόνως να υπερασπισθεί την κοινωνική ισορροπία και το εθνικό συμφέρον έναντι του καταστροφικού ρόλου της αριστεράς. Αν τα καταφέρει, η κυβέρνηση αυτή θα αποτελέσει τον επιθανάτιο ρόγχο του μεταπολιτευτικού τέρατος, ενώ η αριστερά θα συρρικνωθεί στο περιθώριο. Μόνον έτσι θα σημάνει επιτέλους μια νέα εποχή, η εποχή της Νέας Ελληνικής Πολιτείας.